Η ανάβαση προς τη Ζωή

Τι είναι ζωή

Το ερώτημα «τι είναι ζωή» είναι σίγουρο ότι είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα και σίγουρα δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο όσο αυτός ενός άρθρου. Δανειζόμενοι λοιπόν έναν ορισμό από τη Βιολογία μπορούμε να πούμε ότι «Ζωή είναι το αποτέλεσμα των λειτουργιών ενός ενόργανου όντος, οι οποίες συμβάλλουν στην ανάπτυξη και διατήρηση αυτού». Βέβαια αυτός είναι ένας βιολογικός ορισμός με πολλές, θα λέγαμε, ατέλειες. Σίγουρα θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του και άλλες παραμέτρους. Για παράδειγμα ο φιλόσοφος αναζητά το «βαθύτερο νόημα της ζωής» Ο Πλάτων χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «Ζωή είναι ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων και ο κόσμος των ιδεών», ενώ για τον Kant «Ζωή είναι τα φαινόμενα και τα πράγματα καθ’ εαυτά». Γίνεται αμέσως σαφές ότι το ερώτημα είναι πολύ πολύπλοκο και με πολλές παραμέτρους. Θα προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε.

Οι κυριότερες θεωρίες για την προέλευση της ζωής πάνω στη Γη

Τις κυριότερες θεωρίες για την προέλευση της ζωής πάνω στη Γη θα μπορούσε κανείς να τις συνοψίσει σε τρεις, αν και η τελευταία, όπως θα δούμε, δεν είναι θεωρία με την κλασσική φυσική έννοια του όρου.

Η πρώτη ισχυρίζεται ότι η ζωή δεν έχει την αρχική της προέλευση από τη Γη. Η ζωή, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, είναι συνέπεια «σποράς» (σπόροι βακτηρίων) από το μεσοαστρικό χώρο Η θεωρία αυτή φέρει την ονομασία «Θεωρία της πανσπερμίας». Δηλαδή κάποιοι σπόροι βακτηρίων που περιπλανούνταν στο διάστημα βρήκαν κατάλληλες συνθήκες στη Γη και εξελίχθηκαν σε ζωή. Είναι βέβαια προφανές ότι η θεωρία αυτή έχει πάρα πολλά και σοβαρά μειονεκτήματα. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής τρία:

Ι) Είναι αδύνατον οι «σπόροι» να αντέξουν στην πολύ ισχυρή κοσμική ακτινοβολία. Η ακτινοβολία αυτή είναι ως γνωστόν εξαιρετικά «σκληρή» και είναι πολύ δύσκολο ένας ενόργανος οργανισμός, όπως είναι ένα σπέρμα ζωής, να αντέξει.

ΙΙ) Είναι εξαιρετικά απίθανο να συναντήσουν τη Γη.

ΙΙΙ) Είναι προφανές ότι η εν λόγω θεωρία της πανσπερμίας δε λύνει το πρόβλημα της ζωής αλλά το μεταθέτει σε άγνωστες περιοχές.

Η δεύτερη θεωρία ισχυρίζεται ότι η ζωή ήταν αποτέλεσμα ενός απίθανου χημικού συμβάντος και στη συνέχεια η ακολούθησε μια «κανονική» σειρά αντιδράσεων μέσω βραδείας εξελικτικής διαδικασίας. Είναι η γνωστή «Θεωρία της Εξέλιξης» που διατυπώθηκε από τον άγγλο φυσιοδίφη Κάρολο Δαρβίνο (Charles Darwin, 1809-1882).

Τέλος, η τρίτη, που διατυπώθηκε μεταξύ άλλων από το γνωστό διάσημο βιολόγο V. Barber (Memorial University of Newfoundland, Canada), ισχυρίζεται ότι η ζωή στον πλανήτη μας προήλθε από ένα υπερφυσικό μη ερμηνεύσιμο επιστημονικά γεγονός. Οπότε, σύμφωνα πάντα με τον Barber, το γεγονός αυτό είναι αδύνατο να διατυπωθεί με φυσικούς όρους. Είναι δηλαδή πέρα από τα όρια της επιστήμης και κατά συνέπεια επιστημονικά μη προσεγγίσιμο.

Η θεωρία που «φαίνεται» να κυριαρχεί

Είναι γνωστό ότι η θεωρία που «φαίνεται» να κυριαρχεί είναι δεύτερη, δηλαδή η «Θεωρία της Εξέλιξης» του Δαρβίνου. Οι οπαδοί της, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο, θεωρούν ότι πρόκειται για μια φυσική, μια βιολογική θεωρία. Μια θεωρία δηλαδή που διέπεται από φυσικούς και βιολογικούς νόμους, όπως ο νόμος της βαρύτητας του Νεύτωνα, η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας κλπ. Μια τέτοια θεωρία αν θέλει να γίνει αποδεκτή οφείλει να επιβεβαιωθεί όπως όλες οι φυσικές θεωρίες αλλά και να υποστεί την κριτική με φυσικούς και επιστημονικούς όρους.

Πριν όμως περάσουμε στην κριτική της εξελικτικής θεωρίας είναι σκόπιμο να δούμε σύντομα και χωρίς βιολογικές λεπτομέρειες περί τίνος ακριβώς πρόκειται

Η εκπληκτική ποικιλομορφία των ζωντανών ειδών σε πολλά σημεία του πλανήτη, και ιδιαιτέρως στα νησιά Γκαλαπάγκος, ενέπνευσε στον άγγλο φυσιοδίφη Κάρολο Δαρβίνο τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, όταν έκανε το γύρο του κόσμου σε μια κρουαζιέρα με το πλοίο Μπίγκλ. Η θεωρία αυτή, που από τότε ονομάζεται «δαρβινισμός» και αναπτύσσεται στην Καταγωγή των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής – το κυριότερο έργο του-, που δημοσιεύθηκε το 1859, εισήγαγε τη διάσταση του χρόνου στη μελέτη της έμβιας ύλης. Είπε, δηλαδή, ότι τα ζωντανά είδη δεν θεωρούνταν ολοκληρωμένα από την αρχή. Το αναφέρουν παλαιοντολογικές μελέτες: οι μορφές τους άλλαξαν και εξελίχθηκαν, διαφοροποιήθηκαν στη διάρκεια των γεωλογικών περιόδων για να προσαρμοσθούν στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον τους.

Η αλήθεια είναι ότι οι εκπληκτικές πρόοδοι που έγιναν στους τομείς της παλαιοντολογίας, της βιολογίας και της γενετικής από τη δημοσίευση του έργου του Δαρβίνου και μετά επιβεβαίωσαν σε ικανοποιητικό βαθμό την κεντρική ιδέα του άγγλου φυσιοδίφη: σίγουρα με την πάροδο του χρόνου υπάρχει μια μορφή εξέλιξης των εμβίων όντων.

Τα πράγματα ως εδώ για τη θεωρία της εξέλιξης είναι θετικά. Τα προβλήματα όμως για αυτήν ξεκινούν από εδώ και πέρα.

Μια κριτική ματιά στη Θεωρία της Εξέλιξης

Το πρώτο πρόβλημα που εμφανίζεται στην εν λόγω  θεωρία έχει να κάνει με το χρόνο. Για να το πούμε πιο απλά: Δεν φθάνει ο χρόνος για μια τέτοια βραδεία εξελικτική διαδικασία. Ένα μικρό δείγμα. Σήμερα πιστεύουμε ότι η ηλικία της Γης υπολογίζεται στα 4,6 δισεκατομμύρια. χρόνια. Οι πρώτες στοιχειώδεις μορφές ζωής εμφανίσθηκαν πάνω στη Γη πριν 3,2 δισεκατομμύρια χρόνια. Οι ακατάλληλες συνθήκες για τη δημιουργία ζωής υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα περίπου 500.000.000 χρόνια. Άρα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι πρώτες στοιχειώδεις μορφές ζωής θα πρέπει να δημιουργήθηκαν σε χρονικό διάστημα περίπου ενός δισεκατομμυρίων ετών.

Ήταν όμως αρκετό αυτό το χρονικό διάστημα; Ειδικοί ερευνητές έχουν υπολογίσει ότι:

Για να τοποθετηθούν στη σωστή τους θέση όλα τα αμινοξέα ενός απλούστατου εμβίου συστήματος πρέπει να επιτελεσθούν περίπου 102000000 αντιδράσεις (ο αριθμός ένα ακολουθούμενος από δύο εκατομμύρια μηδενικά. Για να γράψουμε μόνο αυτό το νούμερο θα χρειαστούμε μια ταινία περίπου 20 χιλιομέτρων). Κάθε αντίδραση όμως δεν μπορεί να γίνει σε χρόνο μικρότερο από 0,3x 10-18 δευτερόλεπτα. Αυτό σημαίνει ότι σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια μπορούν να συμβούν μόνο 1035 αντιδράσεις (ο αριθμός ένα και πίσω του 35 μηδενικά), αριθμός βέβαια ασύγκριτα μικρότερος από τον απαιτούμενο αριθμό αντιδράσεων (102000000). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το δεύτερο έχει να κάνει με τους μηχανισμούς της εξέλιξης που προτείνει ο Δαρβίνος, ή καλύτερα που δεν προτείνει ο Δαρβίνος.

Για την ακρίβεια προτείνει τις λεγόμενες τυχαίες γενετικές αλλαγές και τη φυσική επιλογή. Αρκετοί μάλιστα βιολόγοι εξεγέρθηκαν εναντίον του υπερβολικά μεγάλου ρόλου που αποδίδεται στην τύχη, σαν κινητήρια δύναμη των γενετικών μεταλλάξεων. Τι θα πει δηλαδή στην τύχη; Πως ένας τόσο πολύπλοκος ζωντανός οργανισμός, όπως είναι ένα ζώο – για να μην πούμε για τον άνθρωπο- εφοδιασμένος με εξαιρετικά λειτουργικά και αποτελεσματικά όργανα, όπως η μύτη ή το αφτί, που λειτουργούν τόσο αρμονικά (αν αρχίσει να δυσλειτουργεί ένα από αυτά τα όργανα, εμφανίζεται η ασθένεια), μπορεί να είναι αποτέλεσμα τύχης, ή αποτέλεσμα μιας σειράς «ατυχημάτων»; Πως ένα τόσο τέλειο όργανο όπως το μάτι, με εκατοντάδες εκατομμύρια κύτταρα σε σχήμα κώνων που μεταδίδουν τα φωτεινά μηνύματα από τον αμφιβληστροειδή στον εγκέφαλο, μπορεί να προέκυψε συμπτωματικά; Πώς μερικά εντελώς άτακτα γεγονότα μπορούν να οδηγήσουν σε οργανισμούς ικανούς να αντιμετωπίσουν και να προσαρμοστούν σε τόσο καταστροφικές περιβαλλοντικές αλλαγές, όπως η σύγκρουση με τη Γη ενός τεράστιου αστεροειδούς που, λόγω της σκόνης που εκτινάχθηκε στον αέρα και του αδιαπέραστου στρώματος που εμπόδισε την είσοδο του ηλιακού φωτός, προκάλεσε έναν παγκόσμιο χειμώνα; Κυρίως, πώς μερικές εντελώς τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις μπορούν να ευθύνονται για δομές τόσο νέες και εξαιρετικά λειτουργικές, όπως ο εγκέφαλός μας, το δίκτυο των περίπου 100 δισεκατομμυρίων νευρώνων που μπορούν να παράγουν σκέψη, να νιώσουν το έρωτα, να εκτιμήσουν την ομορφιά;

Τα προβλήματα αυτά γίνονται ακόμα μεγαλύτερα όταν εξετάσουμε την εξέλιξη της βιόσφαιρας στο σύνολό της. Η ιστορία της ζωής των εμβίων όντων έχει περιγραφεί πολλές φορές σαν μια εξέλιξη από κάτω προς τα πάνω, μια πρόοδος που ξεκινά από εξαιρετικά στοιχειώδεις και απλές μορφές προς οργανισμούς αφάνταστης πολυπλοκότητας και επιτήδευσης. Η εξέλιξη της ζωής συγκρίνεται με την ανάβαση σε μια κλίμακα οργάνωσης ή με την άνοδο σε μια πυραμίδα πολυπλοκότητας, με τον άνθρωπο να βρίσκεται θρονιασμένος στο πιο ψηλό σημείο της κλίμακας ή της πυραμίδας. Ίσως αυτό να  ακούγεται λίγο εγωιστικό αυτό ή καλύτερα υπερβολικά ανθρωποκεντρικό. Παρ’ όλα αυτά όμως είναι αναμφισβήτητο – το αποδεικνύουν αναρίθμητες παλαιοντολογικές έρευνες – ότι, στη διάρκεια των 3,5 τελευταίων δισεκατομμυρίων ετών της ιστορίας της Γης, η ζωή δεν έπαψε να εξελίσσεται από το απλό στο πιο πολύπλοκο, ότι προόδευσε από το ελάχιστα οργανωμένο στο επιτηδευμένο στον υπέρτατο βαθμό. Το ερώτημα όμως παραμένει; πώς είναι δυνατόν η τύχη να είναι η μόνη υπεύθυνη γι’ αυτήν την αδιάκοπη πορεία προς την πολυπλοκότητα;

Θα ήταν παράλογο να αποδώσει κανείς μια τέτοια πορεία προς την πολυπλοκότητα στην τύχη. Άλλωστε η τύχη οδηγεί στην αταξία. Το νιώθουμε μάλιστα όλοι ενστικτωδώς – μας το επιβεβαιώνουν και οι νόμοι της θερμοδυναμικής – ότι η τύχη, αν αφεθεί, τείνει περισσότερο να γκρεμίζει και όχι να κτίζει, να σπέρνει την αταξία και όχι να επιβάλλει την τάξη. Όσο πιο πολύπλοκο είναι ένα σύστημα, τόσο περισσότερο απειλείται με υποβάθμιση, δυσλειτουργία και φθορά. Ένας κόκκος σκόνης στον κήπο μας δεν χρειάζεται κανενός είδους συντήρηση, αλλά χρειάζεται όλη η γνώση και η επιδεξιότητα του κηπουρού για να διατηρήσουν τα λουλούδια του κήπου τα ζωντανά τους χρώματα και να μαγεύουν τα μάτια μας.

Κανείς δεν χρειάζεται να ασχοληθεί με μια πέτρα που κείται στο δρόμο – όμως τα όμορφα κτήρια που είναι φτιαγμένα από λαξευμένη πέτρα θα ερειπωθούν αν δεν συντηρούνται τακτικά. Αν αφεθεί μόνο στην τυφλή δράση της τύχης ένα πολύπλοκο σύστημα θα χαλάσει πολύ ευκολότερα από μια απλή δομή. Κάθε λάθος που οφείλεται στην τύχη θα έχει συνέπειες πολύ σοβαρότερες για ένα λεπτομερώς δομημένο σύστημα από ό, τι για ένα απλούστερο. Αν ο μηχανικός από απροσεξία κάνει ένα μικρό λαθάκι σχεδιάζοντας τη χειράμαξα του κηπουρού, αυτό δε θα έχει τραγικές συνέπειες. Το καροτσάκι θα μπορεί να κινείται και να θα μπορεί κανείς να το χρησιμοποιεί για τις δουλειές του κήπου. Αν όμως γίνουν λάθη στο σχεδιασμό ενός αυτοκινήτου ή ακόμη χειρότερα στο σχεδιασμό ενός αεροπλάνου οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Είναι προφανές ότι όσο πιο πολύπλοκο είναι ένα σύστημα τόσο πιο εκτεθειμένο είναι στην τύχη. Αυτή η τάση των πολύπλοκων συστημάτων να χαλούν ευκολότερα έχει κάποια αιτία. Είναι πολύ περισσότερες οι καταστάσεις που έχουμε να κάνουμε με ένα πολύπλοκο σύστημα, παρά με ένα απλό σύστημα.

Ανάμεσα σε αυτές σε όλες τις πιθανές καταστάσεις, είναι πολύ περισσότερες αυτές όπου επικρατεί αταξία από ό, τι τάξη. Μπορείτε να το διαπιστώσετε εύκολα όταν παίζετε χαρτιά. Αν παίξετε ένα παιχνίδι όπου τα χαρτιά παρατίθενται με μια ορισμένη σειρά (για παράδειγμα κατά αριθμητική σειρά) και μετά τα ανακατέψετε, η πιθανότητα να ξαναβρείτε τα χαρτιά με την ίδια σειρά είναι μηδενική. Οι συνδυασμοί στους οποίους τα χαρτιά είναι μπερδεμένα είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς όπου τα χαρτιά είναι βαλμένα σε τάξη. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος για τον οποίο ένας παίκτης φροντίζει πάντα να ανακατεύει καλά τα χαρτιά πριν τα μοιράσει. Το ανακάτεμα της τράπουλας οδηγεί πάντα από την τάξη στη αταξία ή από την μια αταξία στην άλλη αταξία, σπάνια, για την ακρίβεια ποτέ δεν οδηγεί από την αταξία στην τάξη.

Κατά τον ίδιο τρόπο, αν η τύχη από μόνη της υπαγορεύει την αναδιάταξη των γονιδίων που ευθύνεται για τις γενετικές μεταλλάξεις, μπορούμε να περιμένουμε μια αυξανόμενη αταξία που θα υποβαθμίζει την πολυπλοκότητα των ζωντανών οργανισμών, παρά μια αυξανόμενη τάξη που θα τους καθιστά συνεχώς πιο δομημένους και λειτουργικούς. Η μελέτη των μεταλλάξεων σε ένα είδος μύγας που λέγεται «δροσόφυλλα», κοινώς «μπεκρής», μας το αποδεικνύει: η πλειονότητα των μεταλλάξεων έχουν αποτελέσματα περισσότερο βλαπτικά, παρά ευεργετικά και ο ζωντανός οργανισμός τείνει περισσότερο να γυρίσει προς τα πίσω παρά να γίνει πιο λειτουργικός.

Το πρόβλημα φθάνει στο αποκορύφωμά του στην περίπτωση του ανθρώπου. Οι πρωτεΐνες είναι μακρές αλυσίδες που πρέπει να συστραφούν κατά τρόπο εξαιρετικά περίπλοκο για να πάρουν το τρισδιάστατο σχήμα που απαιτείται προκειμένου να εκπληρώσουν το καθήκον τους. Πώς τα εντελώς διαφορετικά τμήματα του μορίου ξέρουν πώς να συντονίσουν τη συμπεριφορά τους για να πάρουν το επιθυμητό σχήμα;

Πώς μπορεί ένα έμβρυο να αναπτύσσεται έτσι ώστε από ένα μόνο γονιμοποιημένο κύτταρο να γίνεται ένα εξαιρετικά πολυσύνθετο ανθρώπινο όν, που το κάθε τμήμα θα έχει τη δική του ιδιαίτερη λειτουργία; Αυτό είναι το ερώτημα που αφορά την κυτταρική διαφοροποίηση. Πώς μερικά κύτταρα του εμβρύου ξέρουν ότι πρέπει να γίνουν κύτταρα αίματος, ενώ άλλα πρέπει να εξελιχθούν και να γίνουν κύτταρα οστών; Έπειτα τίθεται και το ερώτημα της θέσης στο χώρο: πώς ένα κύτταρο ξέρει ποια θέση πρέπει να πάρει σε σχέση με άλλα τμήματα του οργανισμού για να διακλαδώσει την κίνησή του; Πώς τα κύτταρα του αφτιού ξέρουν ότι πρέπει να πάνε στο πρόσωπο και όχι στο στομάχι; Πώς ένας τόσο λεπτομερής και ακριβής συντονισμός πραγματοποιείται ταυτόχρονα στο χώρο και στο χρόνο; Είναι το μεγάλο «μυστήριο» της επεξεργασίας των μορφών (ή της μορφογένεσης) ξεκινώντας από την εμβρυακή κατάσταση.

Φυσική επιλογή: Η «απάντηση» των νεοδαρβινιστών»

Οι οπαδοί της θεωρίας του Δαρβίνου ή καλύτερα οι νεοδαρβινιστές απαντούν ότι οι αλλαγές που οφείλονται στην τύχη, μολονότι τις περισσότερες φορές προκαλούν υποβάθμιση, ενίοτε οδηγούν και στη βελτίωση και τελειοποίηση ενός ζωντανού οργανισμού. Αυτή η τελειοποίηση επιλέγεται, διατηρείται και μεγεθύνεται από το φίλτρο που ο Δαρβίνος ονομάζει «φυσική επιλογή», μέχρι που ο τροποποιημένος οργανισμός γίνει κανόνας. Η φυσική επιλογή δηλαδή είναι η διαδικασία μέσω της οποίας, στο συνεχή αγώνα τους για τους περιορισμένους πόρους, τα έμβια όντα που δεν προσαρμόζονται καλά στο περιβάλλον τους χάνουν τη μάχη και εξαλείφονται. Αυτά που προσαρμόζονται περισσότερο έχουν και τις περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν, να αναπαραχθούν και να πολλαπλασιαστούν.

Είναι βέβαια αναμφισβήτητο ότι η φυσική επιλογή δρα μέσα στη φύση. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Ας φαντασθούμε μια δασώδη περιοχή, όπου ζει ένα και μοναδικό ζωικό είδος. Όλα τα ζώα αυτού του είδους έχουν ένα ανοιχτόχρωμο τρίχωμα που διαφέρει πολύ από το χρώμα του δάσους. Μια μέρα οι γενετικές μεταλλάξεις κάνουν μερικά ζώα να γεννηθούν με σκούρο τρίχωμα – ξαφνικά, τα ζώα αυτά χάνονται εντελώς μέσα στη βλάστηση. Εύκολα μαντεύουμε την εξέλιξη των δύο ζωικών πληθυσμών με το διαφορετικό τρίχωμα: στο πέρασμα του χρόνου, το είδος με το ανοιχτόχρωμο τρίχωμα θα αποδεκατισθεί σιγά σιγά από τα αρπακτικά ή τους κυνηγούς, αφού εντοπίζεται εύκολα.

Το άλλο είδος, αντίθετα θα γλιτώσει από την εξαφάνιση, θα ευδοκιμήσει και θα πολλαπλασιαστεί. Οι απόγονοί τους θα έχουν σκουρόχρωμο τρίχωμα. Το είδος, επομένως, θα εξελιχθεί και ανοιχτόχρωμο τρίχωμά του θα γίνει τελικά σκουρόχρωμο, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στο χρώμα του δάσους.

Αναμφίβολα, μέσω της φυσικής επιλογής, συνέβη η διήθηση των γονιδίων που βοηθά τα έμβια όντα να προσαρμόζονται καλύτερα στο περιβάλλον τους. Η κεντρική ιδέα δηλαδή της θεωρίας της φυσικής επιλογής, σύμφωνα με την οποία «τα ζώα που διαθέτουν τα περισσότερα εφόδια επιβίωσης, θα επιβιώσουν» είναι σχεδόν ταυτολογία, είναι δηλαδή κάτι το αυτονόητο και δεν αμφισβητείται. Αυτό που είναι δυσνόητο, για να μην πούμε ακατανόητο, είναι ο συστηματικός χαρακτήρας που έχει αυτή η διήθηση και αυτή η επιλογή.

Η συσσώρευση πλήθους γενετικών μεταλλάξεων προωθεί την εξέλιξη, την αναγκάζει να αφήνει αδιάκοπα πίσω της το απλό για το πολύπλοκο. Ο ανθρώπινος οργανισμός είναι απείρως πιο πολύπλοκος από τους μονοκυτταρικούς οργανισμούς που εμφανίσθηκαν πριν από 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο, για να μην πω αδύνατο, ότι αυτή η συστηματική πρόοδος του απλού προς το πολύπλοκο απορρέει από τη θεωρία του Δαρβίνου.

Ποιοι οργανισμοί προσαρμόζονται ευκολότερα στο περιβάλλον;

Μια από τις υποδόριες υποθέσεις του δαρβινισμού είναι ότι οι «κατώτεροι» οργανισμοί είναι λιγότερο ικανοί να προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους σε σχέση με τους «ανώτερους» οργανισμούς. Ποιος μας λέει όμως ότι οι μονοκυτταρικοί οργανισμοί σημείωσαν μικρότερη επιτυχία από τους άλλους τους πολυπλοκότερους στον αγώνα για τη ζωή; Στο κάτω-κάτω, επιβίωσαν για περισσότερο από 3 δισεκατομμύρια χρόνια (υπάρχουν περισσότερο από 27.000 διαφορετικά είδη γνωστών φυκών), κάτι που δεν παίρνουμε όρκο ότι θα συμβεί και με το ανθρώπινο γένος, με την τάση που έχει να παίζει με τα πυρηνικά όπλα και να διαταράσσει και να μολύνει το περιβάλλον. Στο δικό μας πόλεμο ενάντια στους ιούς (υπάρχουν περίπου χίλια γνωστά είδη αυτών των πολύ απλών οργανισμών στα 1,4 εκατομμύρια καταγεγραμμένων εμβίων όντων), χάνουμε δυστυχώς πολύ συχνά τη μάχη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ιού του AIDS. Είναι ίσως ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς καμηλοπαρδάλεις ή ρινόκερους, από ό, τι βακτήρια και μικρόβια, αλλά τα πρώτα είναι, μάλλον καλύτερα προσαρμοσμένα στο περιβάλλον τους.

Αν μετρήσουμε στον αριθμό των απογόνων την ικανότητα ενός είδους εμβίων όντων να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του, τότε είναι ολοφάνερο ότι τα βακτήρια έχουν αυτήν την ικανότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό, τι τα λιοντάρια ή οι τίγρεις.

Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί η λεγόμενη Φύση- δε μου αρέσει ο όρος Φύση αλλά ας τον χρησιμοποιήσουμε για την οικονομία της συζήτησης- γιατί λοιπόν η Φύση μπήκε στον κόπο να «μαστορέψει»-για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του γάλλου βιολόγου Φρανσουά Ζακόμπ (Fancois Jacob, 1920-)–οργανισμούς πιο οργανωμένους και πολυσύνθετους; Γιατί η Γη δεν κατοικείται σήμερα μόνο από κύτταρα που θα περνούν τον καιρό τους διχοτομούμενα μανιωδώς; Γιατί χαρακτηρίζεται από βιολογική ποικιλομορφία; Ο δαρβινισμός δεν μπορεί να δώσει καμιά εξήγηση σ’ αυτήν τη συστηματική πρόοδο προς την πολυπλοκότητα. Αυτό που μπορεί να πει κανείς είναι ότι οι πρώτοι έμβιοι οργανισμοί ήταν εξαιρετικά απλοί και ότι η εξέλιξη δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση από να τους κάνει πιο περίπλοκους. Όταν βρίσκεται κανείς στο τελευταίο σκαλί μιας κλίμακας, δε μπορεί να κατέβει πιο κάτω. Η επιλογή είναι να παραμείνει εκεί που είναι ή να ανέβει. Τότε όμως, γιατί η Φύση δεν επέλεξε να μείνει εκεί που ήταν; Ούτε σε αυτό απαντάει η θεωρία του Δαρβίνου.

Μελετώντας στο εργαστήριο τις μεταλλάξεις της μύγας του ξυδιού (δροσόφιλα), οι ειδικοί επιστήμονες προσπάθησαν να ποσοτικοποιήσουν την αναλογία των βλαπτικών μεταλλάξεων σε σχέση με τις ευεργετικές. Όμως η προσέγγιση αυτή συναντά πολλές δυσκολίες. Κατ’ αρχάς, αυτό που σε εμάς φαίνεται βλαπτικό ή ευεργετικό, δεν έχει την ίδια έννοια και για τις μύγες. Κι έπειτα, πώς να ποσοτικοποιήσουμε το προτέρημα της προσαρμογής στο περιβάλλον που δίνει ένας μακρύς λαιμός (στην περίπτωση της καμηλοπάρδαλης), τα πολλά πόδια (στην περίπτωση της σαρανταποδαρούσας) ή ο μεγάλος όγκος (στην περίπτωση του ελέφαντα); Πώς να ποσοτικοποιήσουμε τον αριθμό των επιπρόσθετων απογόνων που έχει ένα ζώο χάρη στο ότι ο λαιμός είναι μακρύτερος κατά μερικά εκατοστά; Ακόμα χειρότερα: δεν θα μπορέσουμε ποτέ να έχουμε πλήρη γνώση των περιβαλλοντικών συνθηκών (κλίμα, γεωγραφία κτλ.) που επικρατούσαν στη διάρκεια των 3,5 δισεκατομμυρίων χρόνων που πέρασαν και ακόμα λιγότερο της ακριβούς μορφολογίας και συμπεριφοράς των εμβίων οργανισμών που εξελίσσονταν μέσα σ’ αυτά τα αλλοτινά περιβάλλοντα.

Μπορεί η τύχη να είναι κινητήρια δύναμη προς την πολυπλοκότητα;

Έχοντας διαπιστώσει ότι η τύχη δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για τον πλούτο και την ποικιλομορφία της βιόσφαιρας, ορισμένοι επιστήμονες και φιλόσοφοι πρότειναν την ιδέα της ύπαρξης μιας αρχής που καθοδηγεί την εξέλιξη των εμβίων όντων της Γης συνεχώς προς ανώτερα επίπεδα οργάνωσης. Η ιδέα αυτή δεν είναι καινούργια. Ο Αριστοτέλης είχε μιλήσει για την εξέλιξη που έτεινε προς μια τελική αιτία. Σύμφωνα με την άποψή του, τα συστατικά των ζωντανών οργανισμών συμπεριφέρονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίσουν ένα συναφές σύνολο χάρη στην ύπαρξη μιας τέλειας «ιδέας» του οργανισμού, που υπάρχει πριν ακόμα αναπτυχθεί ο οργανισμός. Η ιδέα μιας καθοδηγητικής αρχής βρίσκεται επίσης, στη βάση των λεγόμενων βιταλιστικών θεωριών.

Σύμφωνα με αυτές μια «ζωτική αρχή», προσέξτε απρόσωπη, ωθεί τα βιολογικά συστήματα να οργανώνονται και να αναπτύσσονται με δημιουργικό και λειτουργικό τρόπο. Με άλλα λόγια η θεωρία αυτή του βιταλισμού προσπαθεί, να δώσει στην θεωρία της εξελίξεως του Δαρβίνου μια φιλοσοφική υπόσταση, μια φιλοσοφική χροιά κατά τη γνώμη μου με λανθασμένο τρόπο. Αλλά στην περίπτωση αυτή δεν θα έχουμε να κάνουμε με μια φυσική θεωρία αλλά με μια νέα θρησκεία.

Συμπέρασμα

Η θεωρία του Δαρβίνου ή όπως αλλιώς λέγεται η θεωρία της εξελίξεως των ειδών, σύμφωνα με τους οπαδούς της, είναι μια φυσική θεωρία που, όπως προαναφέραμε εισήγαγε τη διάσταση του χρόνου στη μελέτη της έμβιας ύλης. Αυτό σημαίνει ότι τα ζωντανά είδη δεν θεωρούνταν ολοκληρωμένα από την αρχή αλλά διαφοροποιήθηκαν στη διάρκεια των γεωλογικών περιόδων για να προσαρμοσθούν στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον τους.

Είναι γεγονός ότι οι πρόοδοι που έγιναν στους τομείς της παλαιοντολογίας, της βιολογίας και της γενετικής επιβεβαίωσαν σε ικανοποιητικό βαθμό την κεντρική ιδέα του άγγλου φυσιοδίφη.

Κάθε φυσική, ή αν θέλετε βιολογική, θεωρία όμως, αν θέλει να λέγεται επιστημονική, πρέπει να αντέχει και στην επιστημονική κριτική. Και η εν λόγω θεωρία έχει πολλές επιστημονικές ατέλειες, πολλές επιστημονικές αδυναμίες για να χρησιμοποιήσω επιεικείς χαρακτηρισμούς. Οι επιστημονικές αυτές «τρύπες» εντοπίζονται κυρίως σε δύο τομείς και όχι μόνο, αλλά ας πάρουμε μόνο αυτούς. Ο πρώτος έχει να κάνει με τον χρόνο που απαιτείται για μια τόσο βραδεία εξελικτική διαδικασία. Σύμφωνα με υπολογισμούς ο χρόνος αυτός δεν επαρκεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Ο δεύτερος τομέας στον οποίο πάσχει η θεωρία της εξελίξεως είναι το ότι αρχικά οι δαρβινιστές και αργότερα οι νεοδαρβινιστές δεν προτείνουν κανένα φυσικό μηχανισμό που να ερμηνεύει την εξέλιξη αυτή, αλλά θεωρούν σε υπερβολικά μεγάλο ποσοστό ως κινητήρια δύναμη των γενετικών μεταλλάξεων την τύχη. Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου επιστημονικό και έτυχε δριμύτατης κριτικής από μεγάλη μερίδα βιολόγων κυρίως αλλά και επιστημόνων από άλλους κλάδους. Δε νομίζω ότι μια φυσική θεωρία  στον τομέα για παράδειγμα  της Αστροφυσικής, της Αστρονομίας, της Κοσμολογίας και γενικότερα της Φυσικής και των Μαθηματικών με τέτοιες επιστημονικές αδυναμίες, με τέτοιες επιστημονικές ατέλειες θα γινόταν αποδεκτή. Αν για παράδειγμα η θεωρία της Γενικής Σχετικότητας του Αϊνστάιν είχε τις αντίστοιχες επιστημονικές ατέλειες με εκείνες του Δαρβίνου κανείς δε θα μιλούσε σήμερα ούτε για Αϊνστάιν ούτε για Σχετικότητα.

Πρέπει να πούμε ότι η κριτική αυτή στη θεωρία του Δαρβίνου είναι ανεξάρτητη από την Πίστη. Ο επιστήμονας την ώρα που κάνει έρευνα δεν είναι ούτε πιστός ούτε άπιστος.

Άλλωστε και ο Βολταίρος, ο οποίος είχε δηλώσει κατ’ επανάληψη άθεος, θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να χλευάσει τις μεγάλες επιστημονικές αδυναμίες της εν λόγω θεωρίας είχε πει το εξής: Πάρτε ένα βαρέλι, γεμίστε το με χώμα και νερό και αρχίστε να το ανακατεύετε. Μετά από πάρα πολλά χρόνια θα δείτε νε βγαίνουν από αυτό δεινόσαυροι, σαύρες, κροκόδειλοι, καμηλοπαρδάλεις, ελέφαντες και λοιπά.

Αλλά να πούμε και κάτι άλλο: Είδαμε ότι ο δρόμος προς τη ζωή είναι μια ανάβαση από τις πιο απλές στις πιο πολύπλοκες μορφές. Κορωνίδα αυτής πορείας, της δημιουργίας είναι ο άνθρωπος. Μην ξεχνάμε όμως ότι και ο δρόμος προς την αληθινή Ζωή (με το Ζ κεφαλαίο) είναι και αυτός μια συνεχής ανάβαση.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Ελεύθερη Ζώνη».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Έλεγχος Captcha *